Τα μαθητικά τα χρόνια δεν τ’ αλλάζω με τίποτα;

Published Μαρτίου 10, 2016 by sofiaathanasiadou

122944-275544

Βάγια Ματζάρογλου

Ο Θεός να κλέβει χρόνια από το twitter και να τα δίνει στο facebook! Αυτό μας επανένωσε. Η Αντωνία και η Τάνια βρήκαν εμένα, τη Σοφία, την Ελευθερία και την Όλγα, εγώ τον Γιώργο και τον Δημήτρη, και ο Δημήτρης (αυτό το θησαυροφυλάκιο ονομάτων και στιγμών), όλους τους υπόλοιπους, την Αγγελική, τον Χρήστο Νο1, τον Χρήστο Νο2, τον Νούλη, τον Μπάμπη, τη Στέλλα. Κάπως έτσι, αλυσιδωτά, μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά.

Το κουβεντολόι στο facebook ήταν καθημερινό. Σαν χάπι. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Αν δεν παίρναμε τη δόση μας, αρρωσταίναμε! Φανατισμένο λακριντί έως αργάάά, όταν κάποιος έπρεπε να την πέσει γιατί είχε πολύ πρωινό ξύπνημα ή όταν κάποια έπρεπε να πλύνει τα πιάτα ή να κλείσει τον υπολογιστή, γιατί «βρίσκεται στο παιδικό και τα παιδιά έχουν σχολείο αύριο».

Τι λέγαμε; Καταρχάς κάναμε brainstorming-προσκλητήριο. Παρά τα κενά μνήμης που εμφανίζαμε ορισμένες, όλο και θυμόμασταν έναν καθηγητή, ένα επίθετο, μια φάρσα, μια κοπάνα, ένα όνομα, ένα ψευδώνυμο: το Γατί, το Γυφτάκι, ο Ανάπηρος, ο Νεκροθάφτης, ο Σπόρος – τα παιδιά δεν είναι και πολύ τρυφερά με τον συνάνθρωπο.

Συνήθως βγάζαμε φτυάρια. «Θυμάστε τον φιλόλογο στην Α’ Λυκείου; Μεγάλος μαλάκας ο φιλόλογος!» «Εκείνος ο Λεωνίδας, που τον θέλανε πολλές, έγινε μεγάλος αλήτης, τα μάθατε;» «Εσείς συμπαθούσατε κανέναν από το σχολείο; Γιατί εγώ, κανέναν!»

Και κουτσομπολεύαμε. «Βρήκα τον Νίκο, είναι στην Αμερική, καθηγητής πανεπιστημίου. Και ο διπλανός του, ο Τάσος, είναι στην Αμερική». «Η μαμά μου, που βλέπει ακόμα τη μαμά του Νίκου, λέει ότι παντρεύτηκε με Κινέζα, τη γνώρισε στο Πανεπιστήμιο». Και άντε να ψάχνουμε όλοι την Κινέζα να δούμε πώς είναι! Θαρρείς και δεν έχουμε ξαναδεί Κινέζα! (Τελικά ο Νίκος έχει παντρευτεί Ρωσίδα, λεπτομέρειες….)

Το παρόν μάς απασχολούσε ελάχιστα. Απολογισμός: δύο ανύπαντροι αλλά σε σχέση σοβαρή, μία χωρισμένη, όλοι οι άλλοι παντρεμένοι με παιδιά, μία έχει ένα εγγόνι (είχε παντρευτεί στα 22, το ίδιο και η κόρη της, νόμιζαν ότι θα τελειώσουν οι άντρες). Επαγγελματικά: όλοι με τα προβλήματα και τα ζόρια μας. Χόμπι: διάφορα, μπάσκετ, ποδήλατο, ζωγραφική, χορός, θέατρο, με καλύτερο by far του Χρήστου, που στον ελεύθερο χρόνο του πιλοτάρει. Υποσχέθηκε να μας πάει στη Σκιάθο για τσιπουράκι κάποτε. Οικοκυρικά: Η Αντωνία είναι καλή μαγείρισσα, ο Γιώργος έχει μεγάλο σουξέ στην καρμπονάρα, η Ελευθερία διαβάζει τα παιδιά της για να παίρνουν καλούς βαθμούς (παίρνουν), ο Δημήτρης βγάζει τα σκουπίδια και αφήνει όλες τις υπόλοιπες σπιτικές δουλειές στη γυναίκα του. Όνειρο ζωής για όλους: Να πάμε στα Bora Bora και το pool boy/girl να είναι κούκλος/α με στρινγκ.

Σχεδόν πάντα η κουβέντα γυρνούσε στα παιδικά μας χρόνια.Τιμημένα 70s και 80s! Στο δημοτικό βλέπαμε φανατικά «Άγγελους του Τσάρλι» (στην ασπρόμαυρη τηλεόραση). Φορούσαμε μπλουζάκια και βρακιά με τις φάτσες τους και στα διαλείμματα παίζαμε «Άγγελους» και εξιχνιάζαμε υποθέσεις. Εγώ ήμουν η Τζιλ, η Αντωνία η Κέλι και η Τάνια η Σαμπρίνα. Ο Στράτος ήταν ο Τσάρλι. Αντί για γουόκι τόκι χρησιμοποιούσαμε σπιρτόκουτα. Μεγάλοι ντετέκτιβ (εντελώς χαζοί!). Παιδικά δεν παρακολουθούσαμε, γιατί δεν υπήρχαν! Δυο κανάλια όλα κι όλα, τι να πρωτοδείξουν; Άντε καμιά Λούσυ ή το Στίνγκρεϊ (άθλιες κούκλες και ένα διαστημόπλοιο σκέτη πλαστικατζούρα) το Σάββατο.

Από περιοδικά αγοράζαμε «Μανίνα», «Κατερίνα», αργότερα «Σούπερ Κατερίνα», και διαβάζαμε τις περιπέτειες της Πάτι. Κόβαμε τις φωτογραφίες των «Αγγέλων του Τσάρλι» και του Τραβόλτα από το “Grease” (η πρώτη ταινία που είδα στο σινεμά, παρανόμως) και τις κολλούσαμε σε άλμπουμ. Και παίρναμε τα άλμπουμ στο σχολείο και συγκρίναμε πλούτο φωτογραφιών και καλαισθησία. Προφανώς είχαμε άπλετο ελεύθερο χρόνο. Τότε δεν μας έστελναν στα μπαλέτα, και τα γερμανικά, και τα φροντιστήρια. Ούτε όμως βγαίναμε στις αλάνες για παιχνίδι – μεγάλος μύθος οι αλάνες! Μεγαλώνοντας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, μέσα στο πηχτό μπετόν, το μόνο παιχνίδι που είχαμε ήταν η χαρτοκοπτική celebrities. Και το διάβασμα των απάντων του Ιουλίου Βερν. Και του Έκτορος Μαλό («Χωρίς οικογένεια», «Με οικογένεια», γενικώς αυτά τα οικογενειακά). Τα καλά βιβλία τα διαβάζαμε ίσαμε 10 φορές! Δεν τα βαριόμασταν ποτέ!

Επίσης παρακολουθούσαμε Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης και μαθαίναμε τα λόγια από τα περισσότερα τραγούδια, κερδισμένα ή χαμένα, δεν είχε σημασία. «Το πες μου, μπαμπά μου, σε πάρακαλω (ο τόνος στο πά), είν’ η αγάπη καλό ή κακό» μας είχε συγκλονίσει, παρόλο που πάτωσε στο διαγωνισμό, και αντιλαλούσε σε κάθε διάλειμμα. Η Γιουροβίζιον δεν ήταν το φόρτε μας, γιατί άντε να αποστηθίσεις τραγούδι στα γαλλικά! Συνήθως απομνημονεύαμε το ρυθμό και αντί για στίχους λέγαμε τα «δικά μας», κάτι αλαμπουρνέζικα.

Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού είχαμε όλοι και όλες ψείρες (τρελή φαγούρα!), αλλά δεν το ομολογούσαμε, ήταν ταμπού. Οι μαμάδες μας χτένιζαν τα βράδια με πολύ λεπτές χτένες για να τραβήξουν τις κόνιδες, μας έλουζαν με ξύδι, στο τέλος μας πασπάλιζαν με ψειρόσκονη και μας έστελναν «αλευρωμένους» στο σχολείο. «Βάγια, έχεις κάτι άσπρα στο κεφάλι σου!» «Δεν είναι τίποτα, είναι μια σκόνη για να γυαλίζουν τα μαλλιά μου».

Οι μαμάδες μας μάς έντυναν και μας χτένιζαν. Και αν στο ντύσιμο μπορούσαμε να πατήσουμε πόδι (λίγο!), στο χτένισμά μας δεν μας έπεφτε λόγος. Όλες είχαμε τακτοποιημένη-μαζεμένη φράντζα με τσιμπιδάκι και ανεξίτηλο σημάδι στο κούτελο από το τσιμπιδάκι. Η μαμά της Τάνιας έλεγε ότι αυτό είναι το σωστό για να μη βγάλουμε τρίχες στο μέτωπο! Η μαμά μου έλεγε πως αν πέφτουν τα μαλλιά στη μούρη μου, θα χαλάσω τα μάτια μου. Στο γυμνάσιο, όταν χειραφετηθήκαμε χτενιστικώς, ξυπνούσαμε χαράματα, βρέχαμε τη φράντζα (μόνο!) και της κάναμε πιστολάκι. Είχαμε όλες φράντζα – κεπέγκι, υπόστεγο. Και όλες σχεδόν τα είχαμε φιλαριστά α λα Φάραχ Φόσετ.

Στην Α’ Γυμνασίου, που ήταν υποχρεωτικές οι ποδιές, φορούσαμε Τσεκλένη. Η πρώτη μας επαφή με το επώνυμο ρούχο. Μετά κέρδισε τις εκλογές ο Ανδρέας, και πάει ο Τσεκλένης, μπήκε σε μπαούλο! Τον πρώτο καιρό ελευθερίας ξεσαλώσαμε! Μιλάμε για στιλιστική ασυδοσία! Για να πάμε στο σχολείο, ντυνόμασταν κουμπάρες! Εγώ μια φορά είχα κάνει τα μαλλιά μου πολλά πολλά κοτσιδάκια σαν της Μπο Ντέρεκ στο «Δέκα». Ώσπου με είδε μια φυσικός στο διάλειμμα, με κατσάδιασε και με υποχρέωσε να τα λύσω μπροστά της! Τέτοιες δικαιοδοσίες είχαν οι καθηγητές τότε. Καμιά φορά, ξαναθυμάμαι τη φάση και με πιάνει στεναχώρια (ανεπούλωτο παιδικό τραύμα), αλλά μετά σκέφτομαι πως πολύ καλά μου έκανε η πεφωτισμένη εκπαιδευτικός και μου χάλασε την κόμμωση, γιατί από τα κοτσιδάκια ξεκινάς και γίνεσαι εξώλης και προώλης! (τι, όχι;)

Στα πάρτι του δημοτικού χορεύαμε Ραφαέλα Καρά και Ολύμπιανς, στα πάρτι του Γυμνασίου το “Monaco” και το “Je t’aime… moi non plus”. Φορούσαμε τα καλά μας, τρώγαμε γαριδάκια και περιμέναμε με ανυπομονησία να πέσουν στο κασετόφωνα τα «αργά» για να χορέψουμε με το αγόρι που αγαπούσαμε. Αν χόρευε με άλλη, πέφταμε να πεθάνουμε. Μια φορά που ο Παντελής διάλεξε την Τάνια για ντάμα του, για να πικάρει την Πέγκυ την οποία ήθελε σαν τρελός, ο Γιώργος, το ζηλιάρικο γατί, έφυγε επιδεικτικά από το πάρτι! Τέτοιες αλητείες γίνονταν τότε!

Κάποτε μπήκαν στα σπίτια μας οι πρώτες έγχρωμες τηλεοράσεις και στη ζωή μας το οικογενειακό αυτοκίνητο. Όσο κι αν σήμερα φαντάζει εξωφρενικό, τότε δεν αντιστοιχούσε τουλάχιστον ένα αυτοκίνητο σε κάθε οικογένεια. Έτσι άρχισαν και οι πρώτες κόντρες, στα διαλείμματα ή εν ώρα μαθήματος, δεν είχε σημασία. «Το αυτοκίνητο του μπαμπά μου είναι πιο ακριβό από του μπαμπά σου», «Εμένα ο θείος μου έχει Μερσεντές», και τέτοια. Και πάνω στον αμαξοκαυγά, έμπαινε στη μέση η δασκάλα με τη βέργα (μια χοντρή – και η βέργα και η δασκάλα) και μας πλάκωνε στις βεργιές. Αν έσπαγε η βέργα στο χέρι σου, έπρεπε να πληρώσεις για να την αντικαταστήσεις. Δεν θυμάμαι πώς ήταν η ζωή χωρίς αυτοκίνητο αλλά με βέργα, πάντως πρέπει να ήταν κουραστική (πολύς ποδαρόδρομος!), μίζερη και επώδυνη.

Στην εφηβεία, οι μεγάλες μάχες των κοριτσιών με τους γονείς ήταν τρεις. Το τρύπημα των αυτιών, το ξύρισμα των ποδιών και η ώρα επιστροφής στο σπίτι. Οι πιο τσαούσες τρυπήσαμε τα αυτιά μας στο δημοτικό. Πόδια ξυρίσαμε στο Λύκειο, ενώ μέχρι και τη Γ’ Λυκείου, αν γυρνούσαμε έστω και 5 λεπτά μετά τις 10 το βράδυ, σήμαινε μούτρα από τον μπαμπά και νοήματα και μουρμουρητά από τη μαμά («πάλι τον σύγχυσες τον μπαμπά σου, θέλεις να τον πεθάνεις;»).

Ραντεβού, όταν ξετσουμίσαμε λίγο, πηγαίναμε στα παγκάκια του Αγίου Δημητρίου (βοήθειά μας), σε ένα σινεμά της Κασσάνδρου που έπαιζε τούρκικες ταινίες ή στον Κέδρινο Λόφο. Σεξ, μέχρι που τελειώσαμε το Λύκειο, πρέπει να είχαν κάνει μόνο δύο-τρία κορίτσια. Κι αυτό όχι σίγουρο, φήμες. Στο θέμα σεχ είχαμε μαύρα μεσάνυχτα. Δηλαδή τι «μαύρα»; Σκοτάδι, πισοσκόταδο, μαύρο σκοτάδι, πίσσα! Να σκεφτείτε πως κάποτε μια συμμαθήτριά μας ανέβηκε στην τάξη σε έξαλλη κατάσταση και μας είπε πως εκεί που κατουρούσε στις τουαλέτες είδε πεταμένο ένα προφυλακτικό και πλέον ανησυχεί μήπως μείνει έγκυος. Κι εμείς κάναμε ολόκληρη σύσκεψη για να αποφανθούμε πόσες πιθανότητες εγκυμοσύνης υπήρχαν! Ωραίος γκόμενος ήταν αυτός που συνδύαζε ομορφιά με σχολικές επιδόσεις. Λες και ψάχναμε καλό γαμπρό.

Και μετά χαθήκαμε. Κάναμε τα δικά μας. Και τριάντα χρόνια μετά μας ένωσε το facebook. Τέλεια! «Άντε να τα πούμε από κοντά», έπεσε η ιδέα. Ωραία ιδέα, αλλά μέχρι να οριστεί το reunion, μελανιάσαμε! Πότε της μιανής τα παιδιά είχαν ποδόσφαιρο, πότε η άλλη είχε μαθήματα λάτιν, πότε ο τρίτος είχε έξοδο με συναδέλφους ή θα έλειπε για τριήμερο. Οι μεσήλικες δεν έχουν χρόνο για τον εαυτό τους, πόσο μάλλον για τους συμμαθητές τους.

Τελικά βρεθήκαμε. «Μην πας σε reunion, θα χαλαστείς» μου έλεγαν διάφοροι φίλοι. Αλλά πήγα. Και ήταν ωραία. Όχι ουάου, αλλά γλυκά και εξωφρενικά αστεία! Ακούσαμε, ας πούμε, εμείς τα κορίτσια, την αγορίστικη εκδοχή των μαθητικών χρόνων, που ήταν πραγματικά ξεκαρδιστική. Μάθαμε πως τα αγόρια μας «την έπαιζαν» την ώρα του μαθήματος ή έριχναν χλέπες στους καθηγητές από τα παράθυρα. Βρωμόπαιδα!

Να πηγαίνετε στα reunion. Σε τέτοιες μαζώξεις συνειδητοποιείς πως το τώρα σου, παρά τα προβλήματα και τα ζόρια, τα άσπρα μαλλιά και τις φαλάκρες, τα γυαλιά πρεσβυωπίας και τις ρυτίδες, είναι σαφώς καλύτερο από το τότε σου. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί (αν και έχω μερικές υποψίες, ας πούμε, δεν έχω τσιμπιδάκι στη φράντζα ή ξέρω πως δεν μένεις έγκυος από πεταμένο προφυλακτικό), πάντως εγώ τα μαθητικά τα χρόνια τα αλλάζω με κάθε μία στιγμή από τα υπόλοιπα της ζωής μου!

Πηγή:www.athensvoice.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s