Το παιδί που δεν υιοθέτησα

Published Ιουλίου 7, 2015 by sofiaathanasiadou

20140918-342-boy-on-stairs-4

Της Liz Curtis Faria

Ήταν κάτι στον τρόπο που ξεστόμισε τη φράση, που με άγγιξε. Ο ρυθμός που μιλούσε, ο κοφτός του λόγος:

“Κανείς δε μ’ αγαπάει. Ούτε καν η μάνα που με γέννησε”.

Περίεργο, ε; Ούτε καν η μάνα που με γέννησε.

Είχε ζαρώσει στην πίσω θέση του Toyota μου, ακόμα πολύ μικρός για να κάτσει μπροστά. 7 χρονών, είχε ήδη μετακομίσει περισσότερες φορές απ’ τα χρόνια που ήταν στη γη.  Αυτή τη φορά, όπως και τις προηγούμενες, μετακόμισε με τα υπάρχοντά του σε μια σακούλα σκουπιδιών. Μια βαλίτσα, τουλάχιστον, θα είχε προσθέσει ένα μικρό βαθμό αξιοπρέπειας στην όλη διαδικασία: στη μεταφορά από το ένα ανάδοχο σπίτι στο άλλο, πριν ακόμα πάει τρίτη δημοτικού. Οι σακούλες σκουπιδιών σκίζονται, ξέρεις. Δεν μπορούν να αντέξουν το βάρος μια ζωής, πόσο μάλλον μιας εύθραυστης ζωής.

Και σκίζονται απ’ την πίεση, τελικά.

Αυτή η μετακόμιση ήταν η δυσκολότερη απ’ όλες για τον Στίβεν. Ήταν σε ένα σπίτι που πίστευε ότι θα έμενε, τουλάχιστον για περισσότερο καιρό αυτή τη φορά. Είχε νιώσει στοργή εκεί. Όταν πήγα να τον πάρω, όταν ειδοποιηθήκαμε από την ανάδοχη μητέρα του ότι δεν μπορούσε άλλο να τον κρατήσει, ήρθε προς το μέρος μου χωρίς να αντιδράσει, με κατεβασμένο το κεφάλι. Μόνο όταν μπήκε στο αμάξι, ξεκίνησε αυτούς τους λυγμούς που σου μαχαιρώνουν την καρδιά.

Με το ζόρι είπε τις λέξεις: “Κανείς δε μ’ αγαπάει. Ούτε καν η μάνα που με γέννησε”.

Μήνες αργότερα, σε μια αντίστοιχη σκηνή (άλλο ανάδοχο σπίτι, άλλη μετακόμιση), αντέδρασε έντονα. Άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω στο σαλόνι, αρνούμενος να φύγει. Εκείνο όμως το βράδυ, καμία αντίδραση.

Αυτός ήταν ο Στίβεν στα 7.

Ο Στίβεν στα 9, αρπάζει την κάρτα αναφοράς του με ιδρωμένα χέρια. Πηγαίνουμε σε μια εκδήλωση υιοθεσίας, όπου θα συναντήσουμε οικογένειες που θέλουν να υιοθετήσουν ένα μεγαλύτερο παιδί: οικογένειες που δεν απορρίπτουν βιαστικά ένα παιδί στην ηλικία του Στίβεν, επειδή έχει μεγάλο “παρελθόν”. Και θέλει να τους εντυπωσιάσει, αυτούς τους ξένους. Θέλει να τους κερδίσει, γι’ αυτό και έχει μαζί του την κάρτα αναφοράς του με τα καλά σχόλια, σαν χειροπιαστή απόδειξη ότι είναι ένα παιδί που αξίζει να αγαπηθεί.

Ένα παιδί δεν θα έπρεπε ποτέ να πρέπει να αποδείξει ότι αξίζει να αγαπηθεί.

Ο 12χρονος Στίβεν μου λέει ότι είμαι η καλύτερή του φίλη. Είμαι η κοινωνική του λειτουργός, και θα’ πρεπε να έχει έναν “καλύτερο φίλο” της ηλικίας του, αλλά δεν του το λέω. Είμαστε στο γύρισμα μιας εκπομπής με παιδιά προς υιοθεσία. Ο Στίβεν είναι ελκυστικός στην κάμερα. Ίσως κάποια οικογένεια τον επιλέξει αυτή τη φορά. Ίσως κουβαλάει αρκετές αποδείξεις πια, ότι στην ηλικία των 12, είναι ένα παιδί που αξίζει ν’ αγαπηθεί. Και είναι αξιολάτρευτος, πραγματικά. Αλλά δεν είναι αρκετό. Γιατί μια οικογένεια γι’ αυτόν, δεν ήρθε ποτέ.

Χρόνια μετά, είχα είδη φύγει καιρό από τη δουλειά, λαμβάνω ένα e-mail απ’ το παλιό μου αφεντικό που με ρωτούσε τι κάνω, και έκλεινε με την εξής φράση: “O Στίβεν είναι στη φυλακή γιατί το έσκασε από το ανάδοχο σπίτι που έμενε. Πρέπει να τον υιοθετήσεις”. Η καρδιά μου σταμάτησε. Πόσες φορές έκανα αυτή τη σκέψη…Πρέπει να τον υιοθετήσω. Αλλά δεν το κάνω.

Άκουσα για τη δολοφονία του από έναν φίλο που την είχε δει στις ειδήσεις. Πυροβολήθηκε έξω από ένα πάρτυ πάνω σε μια ασήμαντη διαμάχη. Νεκρός στα 18, είχε μόλις ενηλικιωθεί.Όχι ο Στίβεν μου, προσευχήθηκα. Μετά συνειδητοποίησα ότι ήταν αυτός -δεν μπορούσε να είναι άλλος- και με πήραν οι λυγμοί, εγκλωβισμένη καθώς ένιωθα σε μια αγωνία μετέωρη.

Τι έχουμε κάνει; Τι δεν έχουμε κάνει…

Στις εφημερίδες, η είδηση πέρασε στα πεταχτά. Ούτε καν άξιζε να αναφερθεί, θα έλεγε κάποιος…Άγνωστοι σχολίαζαν στο ίντερνετ με ατάκες του τύπου: “Μέλος συμμορίας θα ήταν…”

Δεν τον ήξερες καν. Δεν ξέρεις το παραμικρό γι’ αυτό το αγόρι. Δεν ξέρεις ότι σαν παιδί έγραφε με το δάχτυλό του γράμματα πάνω στην τσάντα μου, για να περάσει η ώρα περιμένοντας να μπούμε στον γιατρό για εξέταση, ενώ με ρωτούσε να μαντέψω ποια φράση έγραφε. “Σ’ αγαπώ”, έγραψε με το δάχτυλό του ανάμεσα στους ώμους μου, την τελευταία φορά που παίξαμε αυτό το παιχνίδι.  

Ο Στίβεν είχε κάνει λάθος, εκείνο το βράδυ στο Toyota μου. Η μαμά του τον αγαπούσε, με τον τρόπο της. Ήταν εκεί, στην κηδεία. Με χαιρέτησε ευγενικά. Νομίζω ότι ήξερε πως αγαπούσα τον Στίβεν, όπως ήξερα κι εγώ το ίδιο γι’ αυτήν. Κι οι δυό τον απογοητεύσαμε στο τέλος, κι αυτό μας ένωσε νομίζω. Καμιά από μας δεν μπόρεσε να του δώσει μια οικογένεια.

Δεν υπήρχαν φωτογραφίες από την παιδική ηλικία του Στίβεν στην κηδεία. Δεν υπήρχαν εικόνες από το αγόρι με τα πράσινα μάτια και το γλυκό χαμόγελο, να μας θυμίζουν τι είχε χαθεί. Δεν υπήρχαν φωτογραφίες του Στίβεν με τα αδέρφια του, κι έτσι έκατσα κι εκτύπωσα κάποιες που είχα τραβήξει σε μια επίσκεψη σε ανάδοχο σπίτι, και τις έφερα στην κηδεία να τις δώσω στην οικογένεια. Ήταν κάτι που μπορούσα να κάνω, ενάντια στο τεράστιο βάρος αυτού που δεν είχα κάνει.

Ήταν κάποιοι κοινωνικοί λειτουργοί στην κηδεία, αλλά καμία από τις ανάδοχες μητέρες του Στίβεν. Το ήξεραν άραγε ότι είναι νεκρός; Ο Στίβεν πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μεγαλώνοντας μέσα στο σύστημα, κι όχι έξω απ’ αυτό. Αν είχες κάποτε νομική ευθύνη γι’ αυτό το παιδί, θα ‘πρεπε να έρθεις στην κηδεία του. Έπρεπε να είσαι εδώ. Κατά κάποιο τρόπο, του το χρωστάς. Κι αν αυτό το παιδί δεν σου ανήκε, σε ποιον ανήκε τελικά;

Τουλάχιστον ήταν εκεί η βιολογική του μητέρα. Η μάνα που τον γέννησε… Ακούω την ηχώ της φωνής του από τότε, πολλά χρόνια πριν.

Υπάρχει κάποιος που σ’ αγαπάει, Στίβεν, θέλω να του πω. Αλλά είναι πια πολύ αργά.

Ο Στίβεν ήταν αυτός ο ένας, για μένα. Αυτός που ενσωμάτωνε όλες τις αδυναμίες ενός άρρωστου συστήματος, που για να γιατρευτεί δε φτάνουν ούτε όλοι οι γύψοι από τα σπασμένα πόδια των παιδιών που μεγαλώνουν μέσα σ’ αυτό.

Σπάνε, ξέρεις. Αυτά τα παιδιά που αφήνουμε πίσω. Στο τέλος, σπάνε.

—————

Η ιστορία είναι αληθινή, το μόνο που δεν είναι αληθινό είναι το όνομα του παιδιού. Το κείμενο αναφέρεται στο σύστημα ανάδοχης φροντίδας στην Αμερική, στα πλαίσια του οποίου παιδιά που δεν μπορούν να μείνουν με τους βιολογικούς τους γονείς, πηγαίνουν σε ανάδοχες οικογένειες μέχρι να υιοθετηθούν, ή και να μην υιοθετηθούν τελικά, όπως συνέβη με τον Στίβεν.

Η ιστορία γράφτηκε από την Liz. Η μετάφραση είναι δική μου, το πρωτότυπο κείμενο θα το δεις εδώ, στο πολύ ωραίο blog της Liz με τίτλο “A Mothership Down”. Ευχαριστώ τη συγγραφέα που μου παραχώρησε το δικαίωμα της μετάφρασης, και της καταχώρησης του κειμένου στο blog του PaidikoKouti.gr.

Πηγή: www.paidikokouti.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s