Τις Άγιες τούτες μέρες…Nτροπη σου…

Published Δεκέμβριος 31, 2013 by sofiaathanasiadou

Συγλονιστικο κειμενο απο τους Kapa. Me without you…tea without a biscuit

Δεν χρειαζεται να προλογισω καθολου …

Δυστηχως η ντροπη ειναι ενα συναισθημα που μονο εαν εχεις καρδια αισθηματα μπορεις να νιωσεις …

Μονο οταν ο δικος σου κοσμος εξαπλωνεται μακρυτερα απο το σπιτι σου και το οικογενειακο σου περιβαλλον…

Και δυστηχως εκεινοι που μπορουν να σταματησουν ολη την καταντια ειναι πολυ μικροι…

Οχι σε ηλικια αλλα σε ουσια..

Γυρίζω σπίτι από την δουλειά.

Είναι περίπου 9 το βράδυ.

Έχει κρύο τσουχτερό και φυσάει ένας αναθεματισμένος βοριάς.

Στα μεγάλα κεντρικά φανάρια στο σταυροδρόμι, ο αέρας ξυρίζει. Σταματάω στο κόκκινο και σιγοτραγουδάω Χριστουγεννιάτικες μελωδίες αφηρημένη.

Σκέφτομαι πως θα γυρίσω σπίτι και θα χωθώ κυριολεκτικά μέσα στο τζάκι….

Ένα χτύπημα στο παράθυρο με κάνει να αναπηδήσω τρομαγμένη.

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο και βλέπω δίπλα μου μια νεαρή γυναίκα, ρακένδυτη, με ύφος πονεμένο.

Έχει απλωμένο το χέρι της με κοιτά με ένα βλέμμα γεμάτο παράκληση, ψιθυρίζοντας κάτι ακατάληπτο.

Στην αγκαλιά της κρατά ένα παιδί, περίπου τεσσάρων με πέντε ετών.

Αρκετά μεγαλόσωμο.

Το σηκώνει με κόπο.

Φαίνεται σαν να κοιμάται επάνω της.

Φορά ένα παλιό βρώμικο μπλε μπουφάν, ένα σκουφί μικρό και τα πόδια του είναι γυμνά.

Ο Βοριάς σφυρίζει.

Έξαλλη κατεβάζω το παράθυρο και της λέω, «Τι κάνεις;

Πήγαινε το παιδί στο σπίτι, με αυτό το κρύο τι δουλειά έχεις να το τραβολογάς;

Τι σου φταίει το παιδί;»

Μου μιλά σε άλλη γλώσσα, δεν με καταλαβαίνει, λέει κάτι, φαίνεται να με παρακαλά, μου δείχνει το άδειο ξυλιασμένο χέρι της. Τα αμάξια κορνάρουν.

Το φανάρι έγινε πράσινο εδώ και ώρα και μου κορνάρουν με ένταση.

Ψιθυρίζω «ντροπή σου» και φεύγω…

Είμαι πια σίγουρη πως εκείνο το «ντροπή σου», δεν το είπα σε εκείνη…

Απόγευμα Παρασκευής.

Σταματάω στο Super Market να πάρω γάλα για τα παιδιά μου.

Στο ταμείο γυρίζω το κεφάλι μου και πιάνω μια μικρή να με κοιτάζει. Δεν είναι πάνω από τέσσερα. Είναι βρώμικη και ντυμένη ελαφρά παρόλο που το κρύο είναι τσουχτερό.

Με μαλλιά ξέμπλεκα και τσιβιασμένα. Με μάτια σαν φουντούκια, πανέμορφα, τεράστια, με παρατηρεί. Το ένα της μάτι είναι χτυπημένο κι έχει χρώμα σκούρο μωβ.

Σκούρο μωβ με κίτρινες πιτσιλιές εδώ κι εκεί. Μια τεράστια μελανιά, στο μικρό πρόσωπο της. Κοιταζόμαστε με σοβαρότητα κι ύστερα της βγάζω τη γλώσσα.

Ξαφνιασμένη με κοιτάζει πολύ σοβαρά κι ύστερα μου βγάζει κι εκείνη συνωμοτικά τη γλώσσα.

Πλήρωσα κι έφυγα με το πληγιασμένο κακοποιημένο βλέμμα της να μου τρυπάει την πλάτη. Γύρισα να την κοιτάξω μια ακόμη φορά και την είδα να σηκώνει διστακτικά το χέρι…σε έναν αιώνιο χαιρετισμό.

Ντροπή σου…

Πρωί πρωί στο ταχυδρομείο. Ένα παγωμένο πρωινό με έναν  ήλιο με δόντια. Νιώθεις τα μέλη που είναι εκτεθειμένα να μουδιάζουν από το κρύο.

Η πόρτα ανοίγει με θόρυβο και μπαίνει μέσα μια οικογένεια τσιγγάνων. Έχουν μαζί τους πέντε μικρά παιδιά. Ξυπόλητα. Το μικρότερο  μόλις που μπορεί να περπατήσει μόνο του.

Το κρατά η μαμά του από το χέρι. Φορά ένα κοντομάνικο μπλουζάκι, που του φτάνει μέχρι την κοιλιά και είναι το μοναδικό ρούχο που φοράει. Από την μέση και κάτω δεν φορά τίποτε άλλο.

Ούτε παπούτσια, ούτε βρακάκι. Τίποτε. Είναι κοντά δύο χρονών, αδύνατο και ολόγυμνο, με μια φουσκωτή εκτεθημένη κοιλίτσα και με  ένα παρταλιασμένο μπλουζάκι για ρούχο.

Τον κοιτώ με μάτια γουρλωμένα. Το ίδιο κι όλοι οι υπόλοιποι, στο κατάμεστο ταχυδρομείο…δεν είπε κανείς μας τίποτε…Ντροπή σου…

Είναι καθισμένη σε ένα χαρτόνι στην άκρη του πεζοδρομίου.

Περνώ από μπροστά της περπατώντας γρήγορα.

Βιάζομαι. Ακούω ένα «Ε…Ε» δυνατό. Γυρίζω  το κεφάλι κοιτώντας χαμηλά και τη βλέπω.

Ένα μωρό κοιμάται στην αγκαλιά της.

Μου λέει κάτι σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω. Σε εμένα μιλάει;  Μου δείχνει ένα πανβρωμερό μπιμπερό και μου λέει κάτι. Της λέω «γάλα; Θέλεις γάλα;»

Κουνάει αρνητικά το κεφάλι της και μου λέει «νερό». Νερό…της αγόρασα δύο μπουκάλια νερό, ένα κουλούρι και μια σοκολάτα. Την ώρα που τα άφηνα στα πόδια της σήκωσε το ντροπιασμένο βλέμμα της και με κοίταξε με  ευγνωμοσύνη. Ένιωσα για μια στιγμή καλά…σαν να βοήθησα σε κάτι….

Τι υποκρισία. Ψεύτρα. Ντροπή σου.

Αλίμονο…δεν βλέπω μόνο μανάδες και παιδιά. Βλέπω παππούδες και γιαγιάδες να ζητιανεύουν στα τσιμέντα. Να με κοιτούν με βλέμμα θολό και να μιλούν σιγανά με  πρόσωπο ρυτιδιασμένο…»σε παρακαλώ».

Νιώθω πως θέλω να ουρλιάξω. Μετά από μια ολόκληρη ζωή, η ζωή σου να εξαρτάται από το κέφι μου.

Από το κέφι του κάθε περαστικού.

Να δώσω να μην δώσω;

Μπορώ να κάνω και κάτι άλλο ακόμη. Να κάνω πως δεν σε είδα.

Τριγυρνώντας στην στολισμένη Χριστουγεννιάτικη χαρούμενη πόλη, με το χέρι του παιδιού μου φωλιασμένο στο χέρι μου, κάνοντας την βόλτα μου στα μαγαζιά με ελαφριά διάθεση,  μπορώ να σε προσπεράσω γρήγορα και να κάνω πως δεν σε είδα, δεν άκουσα το παρακαλετό σου, δεν πρόσεξα το απλωμένο τρεμάμενο χέρι σου, δεν τρόμαξα με το άδειο βλέμμα σου…

Και ξέρεις κάτι; Θα μάθω και στο παιδί μου να μην σε βλέπει.
Ακόμη μεγαλύτερη ντροπή σου…

Η εικόνα της θλίψης και της ερημιάς τους μου προκαλεί πόνο. Η εικόνα του απλωμένου χεριού απόγνωση.

Η εικόνα του παγωμένου μωρού  φρίκη και θέλω να το αρπάξω από την αγκαλιά που το κρατά και να το πάω σπίτι.

Να του  κάνω ένα καυτό μπάνιο.

Να φορέσει τις μαλακές, καθαρές του πιτζάμες και σκεπασμένο με την καρό  ζεστή κουβέρτα να πιει το γάλα του. Όμως δεν κάνω κάτι.

Παίρνω καμιά φορά τηλέφωνο στο Χαμόγελο του παιδιού και ζητάω βοήθεια.
«Ένα παιδάκι μόνο και γυμνό ζητιανεύει στην τάδε οδό, τι να κάνω;»…και νιώθω πως έκανα κάτι…

Τι; Τίποτα που να μπορεί να με κάνει  να νιώσω λιγότερο ανήμπορη κι αδύναμη.

 Τίποτα που να  μπορεί να αλλάξει, όχι την ζωή μα ούτε καν τη μέρα αυτού του ταλαιπωρημένου παιδιού…

Αντίθετα θα γυρίσω στο ζεστό μου σπίτι, θα αγκαλιάσω τα παιδιά μου και θα τα γεμίσω με φιλιά πνίγοντας τις ενοχές μου σε παιδιά που με χρειάζομαι πολύ λιγότερο από ότι εκείνο που μόλις προσπέρασα.
Θα φροντίσω να έχουμε  «χαρούμενες» γιορτές. Θα μιλάω στα παιδιά μου  για το Πνεύμα και την μαγεία των Χριστουγέννων ενώ στην πραγματικότητα μόλις θα έχω προσπεράσει αδιάφορα το κοριτσάκι με τα σπίρτα.
Θα φτιάξω κουλουράκια να μοσχομυρίσει το σπίτι, θα στολίσω, θα ανταλλάξω συνταγές για τα καλύτερα μελομακάρονα…όχι αυτά, τα άλλα, γιατί είναι τόσο σημαντικό αυτό για τα παιδιά μου και θα στολίσω τραπέζια και θα τα γεμίσω με φαγητά να φάνε οι χορτάτοι και θα βρεθώ με φίλους και θα αφιερώσω καμιά δεκαριά λεπτά για να μιλήσω μεταξύ οίνου και αχλαδιού, για τους αδικημένους της γης, για τα φτωχά δύστυχα αυτά παιδάκια κι όλοι μαζί θα μιλήσουμε για όλες αυτές τις οργανώσεις που είμαστε μέλη και φροντίζουμε με το περίσσεμα μας να βοηθάμε τους ταλαίπωρους του κόσμου. Θα μιλήσω για αλληλεγγύη και υποστήριξη και θα απολαύσω τα Χριστούγεννα, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τα προνόμια του Δυτικού πολιτισμού.
Μπορεί να αγοράσω κανένα  ημερολόγιο για κανένα φιλόπτωχο ταμείο, να δωρίσω παλιά πράγματα στους «ανθρώπους που τέτοιες μέρες μας χρειάζονται»,  να ζητήσω από τα παιδιά μου να αποχωριστούν τα «πολύτιμα» ξεχαρβαλωμένα παιχνίδια τους για να τα δώσουμε στα φτωχά παιδάκια γιατί είναι σημαντικό να «μάθω στα παιδιά μου την έννοια της προσφοράς». Μπορεί ακόμη να δώσω  δέκα ευρώ για κανένα έρανο, να αναδημοσιεύσω στο fcb θέματα που αφορούν χριστουγεννιάτικα bazaar για το τάδε ίδρυμα και να κάνω καμιά ανάρτηση σαν αυτή, για να νιώσω πως ξορκίζω την αίσθηση της ανημποριάς. Τονίζοντας την αδυναμία μου, την ψευτιά μου πως βοηθάω, νοιάζομαι και στηρίζω!

Κι από την άλλη…τι να κάνω, είναι τόσος ο πόνος σε αυτή τη γη. Τι να κάνω παραπάνω; Έχω την δική μου ζωή να ζήσω, τα δικά μου παιδιά να φροντίσω… όλη αυτή η περιπλοκότητα, το τρέξιμο, οι υποχρεώσεις….Το ξέρω πως ότι και να κάνω είναι λίγο. Δεν είναι ψεύτικο το νοιάξιμο, ούτε ο πόνος μου, το κεφάλι μου βουίζει από αυτές τις σκέψεις και μισώ την αίσθηση της αδυναμίας… μα τι παραπάνω μπορώ να κάνω;
Τι να κάνω;…Και τότε βλέπω τα μάτια εκείνα τα φουντουκιά να με κοιτούν.
Βλέπω το πονεμένο μάτι με το μωβ περίγραμμα να με καρφώνει στα ίσια και την ακούω να μου λέει…»το ξέρω πως δεν θα κάνεις τίποτε για να με βοηθήσεις. Δεν περιμένω τίποτε από εσένα…Σε ξέρω…»
Θα γυρίσω το κεφάλι θυμωμένη και θα σκεφτώ πως για αυτή την αδικία, φταίει ο κόσμος, η κρίση, ο Θεός. Φταίει η πολιτική, ο καπιταλισμός, το trafficking, η παγκοσμιοποίηση…φταίνε όλοι!

Και κλείνοντας σφιχτά τα μάτια μου τις Άγιες τούτες μέρες θα ψιθυρίσω στο σκοτάδι μου…

«Φταις κι εσύ και να σου πω και κάτι ακόμη; Με απογοήτευσες. Ντροπή Σου!!!»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s